Τρίτη, 2 Ιουνίου 2020

Το δημοτικό αποτεφρωτήριο και οι εχθροί του

Γιατί χρειάστηκε να μεσολαβήσουν δεκατέσσερα χρόνια από τον νόμο 3448/2006, που επέτρεψε την αποτέφρωση νεκρών για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Ο Γιώργος Καμίνης γράφει στην Athens Voice για το θέμα της αποτέφρωσης και το αποτεφρωτήριο.

Με τις πρόσφατες αποφάσεις 707 & 708/2020 της Ολομέλειας του ΣτΕ ανοίγει οριστικά ο δρόμος για τη δημιουργία από τον Δήμο Αθηναίων ενός Δημοτικού Κέντρου Αποτέφρωσης Νεκρών, όπως είχε αποφασιστεί και χωροθετηθεί από την προηγούμενη δημοτική αρχή. Την ειδικότερη επιλογή της περιοχής του Ελαιώνα από τον Δήμο είχαν ως αντικείμενο οι δύο δικαστικές αποφάσεις. Χρειάστηκε να μεσολαβήσουν δεκατέσσερα χρόνια από τον νόμο 3448/2006, που επέτρεψε την αποτέφρωση νεκρών για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Οι αιτίες της καθυστέρησης είναι πολλές, εμφανείς και αφανείς, και χοντρικά μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες.
Κατ' αρχάς στις αναμενόμενες αντιδράσεις της Εκκλησίας, η οποία φέρεται στην αρχή να αιφνιδιάστηκε, καθώς μια τόσο σημαντική ρύθμιση δεν υπήρχε στο αρχικό σχέδιο του νόμου που κατέθεσε στη Βουλή το Υπουργείο Εσωτερικών, αλλά ψηφίστηκε εκ των υστέρων ως τροπολογία που κατατέθηκε από δέκα βουλευτές.Η ρύθμιση του 2006 ήταν πάντως άκρως περιοριστική ως προς το εύρος των προσώπων, των οποίων η σωρός θα μπορούσε να αποτεφρωθεί. Το άρθρο 35 προέβλεπε τη δυνατότητα αποτέφρωσης μόνον των νεκρών «των οποίων οι θρησκευτικές πεποιθήσεις (προφανώς προτού πεθάνουν) επέτρεπαν τη μετά θάνατον αποτέφρωση». Προϋπόθεση ήταν η προηγούμενη ρητή δήλωση του αποθανόντος ή, αν αυτή δεν υπήρχε, των στενών συγγενών του. Σε περίπτωση μάλιστα διαφωνίας μεταξύ συγγενών του ιδίου βαθμού αποφάσιζε ο εισαγγελέας, ο οποίος προφανώς θα στήριζε την απόφασή του στις θρησκευτικές πεποιθήσεις του αποθανόντος, γνωστές ή εικαζόμενες.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι ρυθμίσεις αυτές παρέμειναν ανεφάρμοστες, καθώς άρχισαν να παρεμβάλλονται διαδοχικά νομοθετήματα που ρύθμιζαν πλέον όχι το δικαίωμα καθ’ εαυτό, αλλά τα θέματα χωροθέτησης των Κέντρων Αποτέφρωσης Νεκρών (ΚΑΝ) και άλλα πρακτικά ζητήματα όπως οι περιβαλλοντικοί όροι λειτουργίας τους, οι τεχνικές προδιαγραφές των εγκαταστάσεων, τα σχετικά με τη διαχείριση της τέφρας του νεκρού κ.λπ. Έχω εντοπίσει, χωρίς να είμαι βέβαιος για την πληρότητα της έρευνας, δέκα διαδοχικές κανονιστικές πράξεις (νόμους, προεδρικά διατάγματα και υπουργικές αποφάσεις), που εκδόθηκαν από το 2009 έως το 2017 και φανερώνουν την προχειρότητα του νομοθέτη, τον βεβιασμένο, αποσπασματικό και τελικά αντιφατικό τρόπο με τον οποίο το κράτος νομοθετεί, με συνέπεια διαρκώς να αναθεωρεί τις αποφάσεις του. Ειδικά στο πεδίο της πολεοδομικής νομοθεσίας, όπου διακυβεύονται και ποικίλα συμφέροντα, η κατάσταση είναι χειρότερη. 
Στη χαοτική αυτή συμπεριφορά του νομοθέτη εντοπίζεται η δεύτερη αιτία των καθυστερήσεων, η οποία σε κάποιες περιπτώσεις συνυφαίνεται με τις παρεμβάσεις της Εκκλησίας. 
Για παράδειγμα, αρχικά η εγκατάσταση ΚΑΝ επετράπη μόνο σε κοιμητήρια και περιοχές εκτός σχεδίου. Στη συνέχεια όμως επετράπη η εγκατάστασή τους και σε άλλους χώρους λόγω των αντιδράσεων της Εκκλησίας, η οποία φαίνεται πως θεωρεί τα κοιμητήρια ως ένα οιονεί άβατο της Ορθοδοξίας, ενώ στην πραγματικότητα αυτά έχουν απολύτως κοσμικό χαρακτήρα και ανήκουν στους Δήμους.Όλα αυτά τα χρόνια η στάση του νομοθέτη απέναντι στην Εκκλησία ήταν αμφίθυμη. Το ενδιαφέρον είναι πως δύο σημαντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες σε θετική κατεύθυνση προέρχονται από κυβερνήσεις με πρωθυπουργό της Νέας Δημοκρατίας. Πρόκειται για την αρχική του 2006, η οποία παρ’ όλες τις ελλείψεις της, εισάγει για πρώτη φορά τη δυνατότητα καύσης των νεκρών, αλλά και για αυτήν του νόμου 4277/2014 με την οποία καταργούνται τα περί θρησκευτικών πεποιθήσεων του θανόντος
Από τότε αρκεί απλή γραπτή δήλωση ή σημείωμα του ιδίου ότι επιθυμούσε την αποτέφρωσή του, ακόμη και έγγραφη δήλωση του/της συζύγου ή συντρόφου εν ζωή του θανόντος και, ελλείψει αυτών, των εγγυτέρων συγγενών κ.λπ.
Την αλλαγή αυτή η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας χαρακτήρισε «κύημα του συγχρόνου μηδενιστικού τρόπου ζωής» και απαγόρευσε να τελείται νεκρώσιμος ακολουθία και ιερό μνημόσυνο για όποιον αποδεδειγμένα είχε δηλώσει ότι επιθυμεί την αποτέφρωσή του, καθώς με τον τρόπο αυτό ο θανών είχε δηλώσει «την αυτονόμησή του». Αφήνεται ωστόσο στη διακριτική ευχέρεια του οικείου μητροπολίτη η τέλεση Τρισάγιου. Αυτές ακριβώς ήταν οι βασικές θέσεις της Εκκλησίας ήδη από τον Μάιο του 2010, όπως τις είχε υιοθετήσει η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας μετά από πρόταση του μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικολάου.
Η παρέμβαση της εκκλησίας όλα αυτά τα χρόνια ήταν έντονη, εμφανής και αφανής. Ακόμη και στα χρόνια του Σύριζα, η ηγεσία του οποίου, όπως έδειξε και το άγαρμπο άδειασμα του Νίκου Φίλη, δεν είχε καμία διάθεση να έρθει σε αντιπαράθεση με την εκκλησιαστική ιεραρχία. Μαθαίνουμε, για παράδειγμα, από ομιλία του μητροπολίτη Λάρισας και Τυρνάβου Ιερωνύμου (Μάρτιος 2019), το άγχος που είχε καταλάβει την Εκκλησία, μη τυχόν και κάποιος πιστός αποτεφρωθεί μετά θάνατον με μόνη την απόφαση των συγγενών του. Σε συμφωνία με την κυβέρνηση, λοιπόν, το 2016 «πέρασε» ρύθμιση που ορίζει ότι καθένας μπορεί με δήλωσή του ενώπιον συμβολαιογράφου να ορίσει «τον τόπο ενταφιασμού του», εμμέσως δηλαδή ότι θέλει να ταφεί και όχι να αποτεφρωθεί η σωρός του και ότι η επιθυμία αυτή είναι υποχρεωτική για όλους, «ακόμη και αν εναντιωθούν» οι συγγενείς του θανόντος.Τελικά, με όλο αυτό το νομοθετικό πηγαινέλα που διήρκεσε δεκατέσσερα χρόνια, σε πόρισμα του Συνήγορου του Πολίτη (Μάρτιος 2017) αναφέρονται οκτώ μεγάλοι δήμοι της χώρας (Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ηρακλείου, Βόλου, Ζωγράφου, Πυλαίας-Χορτιάτη, Μαρκόπουλου Μεσογαίας) και ένας Σύνδεσμος Δήμων (Πειραιώς και Δυτ. Αττικής) που ενώ κάποια στιγμή είχαν εκδηλώσει την πρόθεση να κατασκευάσουν αποτεφρωτήριο και κάποιοι από αυτούς προέβησαν σε σχετικές ενέργειες, δεν το έχουν κατορθώσει ακόμη ή στην πορεία εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Αρκεί να διαβάσει κανείς το τεκμηριωμένο πόρισμα του Συνήγορου, προκειμένου να πάρει μια ιδέα των εμποδίων, κυρίως πολεοδομικού χαρακτήρα, πάνω στα οποία έχουν προσκρούσει οι περισσότερες προσπάθειες. 
Σε κάποιες περιπτώσεις δήμων εύλογα μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι οι προσπάθειες εγκαταλείφθηκαν και κάτω από την πίεση των οικείων μητροπολιτών.
Ωστόσο, αποφασιστική σημασία για την επανενεργοποίηση των δημοτικών πρωτοβουλιών φαίνεται πως είχε η ψήφιση του νόμου 4483/2017, με το άρθρο 133 του οποίου επεκτάθηκε και σε ιδιώτες η δυνατότητα λήψης άδειας για ίδρυση αποτεφρωτηρίου
Αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, ειρωνεία της ιστορίας ότι η πρώτη, εν τέλει, αποτέφρωση νεκρού στην Ελλάδα, μόλις τον Σεπτέμβριο του 2019, κατέστη δυνατή σε ιδιωτικό αποτεφρωτήριο και χάρη σε νομοθετική ρύθμιση μιας κυβέρνησης η οποία, κατά τα άλλα, δεν φαινόταν να διάκειται με ιδιαίτερη ευμένεια απέναντι στην ιδιωτική πρωτοβουλία. 
Σε κάθε περίπτωση, ο συνωστισμός ενδιαφερομένων στο πρώτο ιδιωτικό αποτεφρωτήριο απέδειξε, και στους πλέον διστακτικούς δήμους, ότι η υλοποίηση της δυνατότητας αυτής αφενός δεν προκάλεσε την παραμικρή κατακραυγή ή κινητοποίηση εκ μέρους των αντιτιθεμένων κύκλων, αφετέρου άνοιξε καινούργιο πεδίο κερδοφορίας. Τόσο για τον ένα λόγο όσο και για τον άλλον, τίποτε πια δεν εμποδίζει τους δήμους να προχωρήσουν.
Τα παραπάνω δεν αφορούν, βέβαια, τον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος στην πραγματικότητα ουδέποτε δίστασε και ουδέποτε φοβήθηκε να προχωρήσει. Αντιμετώπιζε, όμως, το ένα μετά το άλλο θεσμικά εμπόδια που φαίνονταν ανυπέρβλητα, και φυσικά η απάντηση σε αυτά δεν θα μπορούσε να είναι πραξικοπηματική. Για λόγους αρχής αλλά και για να μην υπονομευθεί το συγκεκριμένο σοβαρότατο εγχείρημα, ο Δήμος Αθηναίων έπρεπε να τηρήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες και να υποστεί τη συνακόλουθη χρονοτριβή. Ήδη ο μακρύς αυτός αγώνας φαίνεται να πλησιάζει στο αίσιο τέλος του.

*Ευχαριστώ τη Λούση Κιουσοπούλου και τον Νίκο Αλιβιζάτο για την πολύτιμη νομική βοήθεια που προσέφεραν στον Δήμο Αθηναίων στο θέμα της αποτέφρωσης. Ευχαριστώ επίσης τον Μιχάλη Τσαπόγα για τη βοήθειά του στη συγγραφή του παρόντος κειμένου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου